Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΛΑΒΕΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λάβες
λάβες
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάβα
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Λάβες < → λείπει η ετυμολογία
noun
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάβα
name
ανδρικό επώνυμο
Τύποι
Λάβες
(masculine)
·
Laves
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#160 · 26 Νοεμβρίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις