WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

λάθει

verb

λάθειγίνεται χωρίς να το καταλάβει ή να το αντιληφθεί κάποιος· περνά απαρατήρητο.

Daily Puzzle #1490 · 18 Ιουλίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα