ˈlam.ba
Ετυμολογίαλάμπα < (άμεσο δάνειο) γαλλική lamp(e) + κατάληξη θηλυκού -α < λατινική lampada < αρχαία ελληνική λαμπάς (πυρσός, φως) (αντιδάνειο) < λάμπω
- φωτιστικό σώμα
“λάμπα υγραερίου”
“※ Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικό” — (Χρύσα Σπυροπούλου (2015). Το μυστήριο της Κωνσταντινούπολης. Ελλάδα: Εκδόσεις Καστανιώτη, ISBN: 9789600358797, @google.books)
“※ Ένα βαρίδι από μαντέμι, περίτεχνα σκαλισμένο και εξαρτημένο από αλυσίδες που κινούνται σε τροχαλίες ροζέτας κοντά στο ταβάνι , δίνει τη δυνατότητα στη λάμπα να ανέρχεται και να κατέρχεται στον χώρο ”
- ηλεκτρικός λαμπτήρας
- familiarλυχνία κενού
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποιλάμπα(singular, nominative) · λάμπες(nominative, plural) · λάμπας(genitive, singular) · λαμπών(genitive, plural) · λάμπα(accusative, singular) · λάμπες(accusative, plural) · λάμπα(singular, vocative) · λάμπες(vocative, plural) · λάμπα(feminine) · Λάμπα(masculine, feminine) · Lampa(transliteration, Latin)