Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λέγει
λέγει
—
γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του λέγω
Wiktionary →
Dictionary
ˈle.ʝi
verb
γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του λέγω
γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού ενεστώτα του λέγω
“να, ας, αν, ίσως λέγει (υποτακτική ενεστώτα)”
“θα λέγει (ενεργητικός εξακολουθητικός μέλλοντας)”
Forms
λέγει
(formal)
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#140 · 6 Νοεμβρίου 2021
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment