Ετυμολογίαλέπρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λέπρα < λεπρός < λέπω
- χρόνια λοιμώδης ασθένεια του ανθρώπου, που προκαλείται από τα μυκοβακτήρια mycobacterium leprae και mycobacterium lepromatosis
- figurativelyκάτι κακό που διασπείρεται εύκολα και γρήγορα
- figurativelyκάτι υπερβολικά βρόμικο
Τύποιλέπρα(singular, nominative) · λέπρες(nominative, plural) · λέπρας(genitive, singular) · λέπρα(accusative, singular) · λέπρες(accusative, plural) · λέπρα(singular, vocative) · λέπρες(vocative, plural) · λέπρα(feminine)