Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΛΕΤΣΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λέτσε
λέτσε
—
κλητική ενικού του λέτσος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Λέτσε < ιταλική Lecce
noun
singular, vocative
κλητική ενικού του λέτσος
name
πόλη της Ιταλίας
Τύποι
λέτσε
(masculine)
·
Λέτσε
(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1583 · 19 Οκτωβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις