ˈli.ɣon
Originλήγων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λήγων, λήγουσα, λῆγον, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λήγω
- που λήγει, καταλήγει, ο τελευταίος
“ο λήγων αριθμός στο Λαϊκό λαχείο...”
“ο λήγων του ΑΦΜ”
- που τελειώνει τώρα ή σε μια ορισμένη ημερομηνία, που απέρχεται,
“Σημαντικά θέματα στην τελευταία για την λήγουσα θητεία του...”
“Η θητεία του νέου Δ.Σ. είναι πενταετής, λήγουσα την 30.06.2018”
“Αρχόμενος από του έτους 1838 Απριλίου 20 και λήγων τω 1858 Δεκεμβρίου 31”
Formsλήγων(masculine, singular, nominative) · λήγοντας(masculine, singular, nominative) · λήγουσα(singular, feminine, nominative) · λήγον(singular, nominative, neuter) · λήγοντος(masculine, genitive, singular) · λήγοντα(masculine, genitive, singular) · λήγουσας(genitive, singular, feminine) · ληγούσης(genitive, singular, feminine) · λήγοντος(genitive, singular, neuter) · λήγοντα(accusative, masculine, singular) · λήγουσα(accusative, singular, feminine) · λήγον(accusative, singular, neuter) · λήγων(masculine, singular, vocative) · λήγοντα(masculine, singular, vocative) · λήγουσα(singular, feminine, vocative) · λήγον(singular, vocative, neuter) · λήγοντες(masculine, nominative, plural) · λήγουσες(feminine, nominative, plural) · λήγοντα(nominative, neuter, plural) · ληγόντων(masculine, genitive, plural)