Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΛΗΘΗΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λήθης
noun
λήθης
—
Γενική ενικού του «λήθη»: η κατάσταση του να ξεχνάς, η λησμονιά.
Λεξικό
/ˈli.θis/
noun
feminine, form-of, genitive, singular
genitive singular of λήθη (líthi)
Τύποι
líthis
(romanization)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1419 · 8 Μαΐου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις