WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

λήθης

noun

λήθηςΓενική ενικού του «λήθη»: η κατάσταση του να ξεχνάς, η λησμονιά.

Daily Puzzle #1419 · 8 Μαΐου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα