Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΛΗΡΟΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λήροι
noun
λήροι
—
Ανοησίες, σαχλαμάρες ή αβάσιμες κουβέντες.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#528 · 29 Νοεμβρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις