ˈli.vas
Originλίβας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λίβας < ελληνιστική κοινή λίψ
- ξηρός και θερμός νοτιοδυτικός άνεμος
- broadlyπολύ ζεστός και συνήθως καταστροφικός, για τη γεωργία, άνεμος
- ανδρικό όνομα
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Λίβα)
Formsλίβας(singular, nominative) · λίβα(genitive, singular) · λίβα(accusative, singular) · λίβα(singular, vocative) · λίβας(masculine) · Λίβας(masculine) · Livas(transliteration, Latin)