WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

λίνον

noun

λίνονΤο φυτό λινάρι ή η ίνα/ύφασμα που παράγεται από αυτό (λινό).

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1523 · 20 Αυγούστου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα