WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

λαδιά

noun

λαδιάΛαδιά: λάδι που έχει χυθεί και λερώνει/γλιστράει (π.χ. στο πάτωμα ή στο δρόμο).

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #675 · 25 Απριλίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα