laˈces
Ετυμολογίαλακές < (άμεσο δάνειο) γαλλική laquais (προφορά /la.kɛ/) + -ς
- υπηρέτης που φορά στολή
“※ Ήταν κάποτε ένας ηγεμόνας που τον έτρεμαν όλοι.(...) Μπήκε ένα πρωί, τη συνήθη ώρα, ο αρχιλακές στο υπνοδωμάτιο του ηγεμόνα, αλλά τον βρήκε στο κρεβάτι ασάλευτο, αμίλητο, προπαντός να μη ροχαλίζει κ”
- figurativelyπου φέρεται με δουλοπρέπεια, σαν να είναι υπηρέτης
“※ Και αυτό, γιατί πολλοί θεωρούν ότι η Γαλλία έγινε ο λακές του Ομπάμα, ούσα στο περιθώριο των σκληρών διαπραγματεύσεων σχετικά με την επέμβαση. (@tovima.gr)”
Τύποιλακές(singular, nominative) · λακέδες(nominative, plural) · λακέ(genitive, singular) · λακέδων(genitive, plural) · λακέ(accusative, singular) · λακέδες(accusative, plural) · λακέ(singular, vocative) · λακέδες(vocative, plural) · λακές(masculine) · Λακές(singular, nominative) · Λακέδες(nominative, plural) · Λακέ(genitive, singular) · Λακέδων(genitive, plural) · Λακέ(accusative, singular) · Λακέδες(accusative, plural) · Λακέ(singular, vocative) · Λακέδες(vocative, plural) · Λακές(masculine) · Lakes(transliteration, Latin)