WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

λαύρα

ουσιαστικό

λαύραΣτενό δρομάκι ή πέρασμα ανάμεσα σε σπίτια/κτίρια, συνήθως σε παλιές γειτονιές.

Wiktionary →
Daily Puzzle #1346 · 24 Φεβρουαρίου 2025
·Archive
No comments yet