WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

λείας

ουσιαστικό

λείαςΓενική ενικού του «λεία»: τα λάφυρα, ό,τι αρπάζεται ή αποκτάται ως κέρδος.

Wiktionary →
Daily Puzzle #955 · 30 Ιανουαρίου 2024
·Archive
No comments yet