ˈli.po
Ετυμολογίαλείπω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λείπω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leykʷ- (λείπω)
- απουσιάζω, δεν είμαι σε κάποιο σημείο
“πάλι λείπει από το σπίτι του;”
- με νοσταλγεί κάποιος
“μου λείπουν οι φίλοι μου”
Τύποιέλειπα(imperfect) · έλειψα(aorist, passive)