WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

λείχω

ρήμα

λείχωΓλείφω κάτι με τη γλώσσα μου, συνήθως για να το δοκιμάσω ή να το καθαρίσω.

Wiktionary →
Daily Puzzle #119 · 16 Οκτωβρίου 2021
·Archive
No comments yet