Originλεπτό < ελληνιστική κοινή λεπτόν < αρχαία ελληνική λεπτός
- υποδιαίρεση της μονάδας μέτρησης του χρόνου ίση με το ένα εξηκοστό της ώρας
- υποδιαίρεση νομίσματος ίση με το ένα εκατοστό, αρχικά, της δραχμής και, στη συνέχεια, του ευρώ
- υποδιαίρεση της μονάδας μέτρησης της γωνίας του κύκλου ίση με το ένα εξηκοστό της μοίρας
- accusative, singularαιτιατική ενικού του λεπτός
- accusative, neuter, nominative, singular, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λεπτός
Formsλεπτό(singular, nominative) · λεπτά(nominative, plural) · λεπτού(genitive, singular) · λεπτών(genitive, plural) · λεπτό(accusative, singular) · λεπτά(accusative, plural) · λεπτό(singular, vocative) · λεπτά(vocative, plural) · λεπτό(neuter)