Ετυμολογίαλευκό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου λευκός
- το λευκό χρώμα
- το λευκό ψηφοδέλτιο αυτό με το οποίο ο ψηφοφόρος δεν δηλώνει προτίμηση για κανέναν υποψήφιο ή συνδυασμό
“αποφάσισε να ρίξει λευκό στις εκλογές”
- pluralτα λευκά αιμοσφαίρια
“μετά από μια λοίμωξη είναι συνήθως αυξημένα τα λευκά”
- accusative, masculine, singularαιτιατική ενικού του λευκός
- accusative, neuter, nominative, singular, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λευκός
Τύποιλευκό(singular, nominative) · λευκά(nominative, plural) · λευκού(genitive, singular) · λευκών(genitive, plural) · λευκό(accusative, singular) · λευκά(accusative, plural) · λευκό(singular, vocative) · λευκά(vocative, plural) · λευκό(neuter)