ˈlef.ka
Ετυμολογίαλεύκα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λεύκη
- φυλλοβόλο δένδρο, με ωοειδή φύλλα και λευκό κορμό που αναπτύσσει μεγάλο ύψος· τα άνθη της σχηματίζουν κρεμαστές ταξιανθίες ιούλων και οι καρποί τους καλύπτονται από λευκό χνούδι
“※ στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, ”
- ονομασία οικισμών και τοπωνυμίων της Ελλάδας
- οικισμός της Κύπρου, στο κατεχόμενο από τους Τούρκους τμήμα της Επαρχίας Λευκωσίας
“→ δείτε και Λευκά ή Λέουκα”
- γυναικείο όνομα
Τύποιλεύκα(singular, nominative) · λεύκες(nominative, plural) · λεύκας(genitive, singular) · λευκών(genitive, plural) · λεύκα(accusative, singular) · λεύκες(accusative, plural) · λεύκα(singular, vocative) · λεύκες(vocative, plural) · λεύκα(feminine) · Λεύκα(singular, nominative) · Λεύκες(nominative, plural) · Λεύκας(genitive, singular) · Λευκών(genitive, plural) · Λεύκα(accusative, singular) · Λεύκες(accusative, plural) · Λεύκα(singular, vocative) · Λεύκες(vocative, plural) · Λεύκα(feminine)