Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΛΙΑΣΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λιάσω
λιάσω
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιάζω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιάζω
θα λιάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λιάζω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#756 · 15 Ιουλίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις