Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΛΙΑΝΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λιανό
λιανό
—
αιτιατική ενικού του λιανός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του λιανός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λιανός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#232 · 6 Φεβρουαρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις