Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΛΙΤΟΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λιτοί
λιτοί
—
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιτός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
liˈti
adj
masculine, nominative, plural, vocative
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιτός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#479 · 11 Οκτωβρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις