Ετυμολογίαλογής < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λογῆς, γενική ενικού του ουσιαστικού της ελληνιστικής λογή (είδος)
- είδους, κατηγορίας, ποιότητας
“αναρωτιέμαι τι λογής άνθρωπος είναι τούτος”
Τύποιλογής(feminine) · λογιών(noun, defective) · Λογής(masculine) · Loyis(transliteration, Latin)