luˈɾi
Originλουρί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λουρίν < λωρίον < ελληνιστική κοινή λῶρος < λατινική lorum
- για το δέσιμο ή τη στερέωση αντικειμένων, εξαρτημάτων, ρούχων
“ο στρατιώτης έσφιξε το λουρί του κράνους του”
- την οδήγηση ζώων ως ηνίο, γκέμι, καπίστρι, λαιμαριά κλπ
- για την μετάδοση της κίνησης σε μηχανές
Formsλουρί(singular, nominative) · λουριά(nominative, plural) · λουριού(genitive, singular) · λουριών(genitive, plural) · λουρί(accusative, singular) · λουριά(accusative, plural) · λουρί(singular, vocative) · λουριά(vocative, plural) · λουρί(neuter)