Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΛΩΛΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λωλών
λωλών
—
γενική πληθυντικού του λωλός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, plural
γενική πληθυντικού του λωλός
genitive, plural
γενική πληθυντικού του λωλή
genitive, plural
γενική πληθυντικού του λωλό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#13 · 2 Ιουλίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις