Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΛΩΤΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λωτού
noun
λωτού
—
Γενική πτώση του «λωτός»: το δέντρο λωτός ή ο καρπός του (persimmon).
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1105 · 28 Ιουνίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις