Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΛΟΓΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λόγου
λόγου
—
γενική ενικού του λόγος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
ˈlo.ɣu
Ετυμολογία
Λόγου < γενική ενικού του αρσενικού Λόγος
noun
γενική ενικού του λόγος
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
λόγου
(masculine)
·
Λόγου
(feminine)
·
Λόγος
(masculine)
·
Logou
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1712 · 25 Φεβρουαρίου 2026
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις