WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

λύεις

verb

λύεις«Λύνεις»: ξεδένεις ή ανοίγεις κάτι, ή λύνεις ένα πρόβλημα/γρίφο.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1619 · 24 Νοεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα