Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΛΥΕΙΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λύεις
verb
λύεις
—
«Λύνεις»: ξεδένεις ή ανοίγεις κάτι, ή λύνεις ένα πρόβλημα/γρίφο.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
/ˈli.is/
verb
active, form-of, formal, indicative, present
second-person singular present active indicative of λύω (lýo)
Τύποι
lýeis
(romanization)
·
λύνεις
(alternative)
·
λύνω
(alternative)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1619 · 24 Νοεμβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις