WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

λύκοι

ουσιαστικό

λύκοιΠληθυντικός του «λύκος»: άγρια σαρκοφάγα θηλαστικά, γνωστά ως λύκοι.

Wiktionary →
Sedecordle Board 2 #4 · 14 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #132 · 29 Οκτωβρίου 2021
·Archive
No comments yet