WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

λύνει

ρήμα

λύνειΛύνει: ξεδένει ή ανοίγει κάτι, ή βρίσκει τη λύση σε πρόβλημα/γρίφο.

Wiktionary →
Daily Puzzle #554 · 25 Δεκεμβρίου 2022
·Archive
No comments yet