Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λύνει
ρήμα
λύνει
—
Λύνει: ξεδένει ή ανοίγει κάτι, ή βρίσκει τη λύση σε πρόβλημα/γρίφο.
Wiktionary →
Dictionary
ˈli.ni
verb
γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του λύνω
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#554 · 25 Δεκεμβρίου 2022
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment