WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

λύουν

verb

λύουν«Λύνουν»: ξεδένουν ή ξεμπερδεύουν κάτι, ή βρίσκουν τη λύση σε πρόβλημα/γρίφο.

Daily Puzzle #1615 · 20 Νοεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα