Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΛΥΡΑΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
λύρας
λύρας
—
γενική ενικού του λύρα
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Λύρας <→ λείπει η ετυμολογία
noun
genitive, singular
γενική ενικού του λύρα
name
ανδρικό επώνυμο
Τύποι
Λύρας
(masculine)
·
Λύρα
(feminine)
·
Lyras
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#448 · 10 Σεπτεμβρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις