Ετυμολογίαλύτρα < αρχαία ελληνική λύτρα < λύω
- χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί για την απελευθέρωση ενός ατόμου που κρατείται όμηρος
- figurativelyτίμημα για την απόκτηση κάποιου πολύτιμου πράγματος
- γυναικείο επώνυμο
- accusative, genitive, singular, vocativeγενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Λύτρας
Τύποιλύτρα(nominative, plural) · λύτρων(genitive, plural) · λύτρα(accusative, plural) · λύτρα(vocative, plural) · λύτρα(plural-only, neuter) · Λύτρα(feminine) · Λύτρας(masculine) · Lytra(transliteration, Latin) · Λύτρα(masculine)