Ετυμολογίαμάγος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μάγος < αρχαία ελληνική Μάγος < αρχαία περσική (πβ. maγu-) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *meh₂gʰ- (ικανός, δυνατός, βοηθητικός, μάγος)
- αυτός που ασκεί τη μαγεία, που κάνει μάγια, που επικαλείται υπερφυσικές δυνάμεις ή εμφανίζεται να τις έχει
- αυτός που έχει εξαιρετικές ικανότητες σε έναν τομέα
“ο νεαρός μηχανικός γρήγορα αναδείχθηκε σε μάγο της πληροφορικής”
Τύποιμάγος(singular, nominative) · μάγοι(nominative, plural) · μάγου(genitive, singular) · μάγων(genitive, plural) · μάγο(accusative, singular) · μάγους(accusative, plural) · μάγε(singular, vocative) · μάγοι(vocative, plural) · μάγος(masculine) · Μάγος(masculine) · Μάγου(feminine) · Magos(transliteration, Latin)