ˈma.i.os
OriginΜάιος < ελληνιστική κοινή Μάϊος < λατινική Maius < Maia < αρχαία ελληνική Μαῖα (αντιδάνειο) < μαῖα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *méh₂tēr. Δείτε και μαγιάτικος, Μαγιού
- ο πέμπτος μήνας του ημερολογίου
“η 1η Μαΐου είναι η μέρα των εργατικών αγώνων”
FormsΜάιος(singular, nominative) · Μάιοι(nominative, plural) · Μαΐου(genitive, singular) · Μάιου(genitive, singular) · Μαΐων(genitive, plural) · Μάιο(accusative, singular) · Μαΐους(accusative, plural) · Μάιε(singular, vocative) · Μάιοι(vocative, plural) · Μάιος(masculine)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0