Ετυμολογίαμάρες < κουταμάρες, παράβαλε: άρες
- συντετμημένη μορφή του κουταμάρες στη φράση άρες μάρες κουκουνάρες
- accusative, nominative, plural, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Μάρα
Τύποιμάρες(feminine, plural) · Μάρες(feminine)