ˈma.ska
Ετυμολογίαμάσκα < (άμεσο δάνειο) γαλλική masque ή παλαιά ιταλική masca (προσωπίδα, δαίμονας, > ιταλική maschera) < υστερολατινική masca < πιθανόν, θέμα *maska- (μαύρος) < άγνωστης ετυμολογίας, κατά μία άποψη συνδεδεμένο με την αραβική مَسْخَرَة (masḵara, παλιάτσος).
- προσωπείο, προσωπίδα
- καλύπτρα των ματιών ή όλου του προσώπου για μεταμφίεση στις αποκριές ή σε άλλες περιστάσεις κατά τις οποίες κάποιος θέλει να αποφύγει την αναγνώριση των χαρακτηριστικών του προσώπου του.
- καλύπτρα κεφαλής και προσώπου (π.χ. του σκιέρ ή του μοτοσικλετιστή) για προστασία από το κρύο.
- προστατευτική συσκευή (π.χ. αντιασφυξιογόνα μάσκα) ή καλύπτρα του προσώπου κατά την διάρκεια επικίνδυνων εργασιών (π.χ. κατά την ηλεκτροσυγκόλληση).
- κάλυψη της μύτης και του στόματος με ειδική καλύπτρα που προστατεύει από μικρόβια και ως ένα βαθμό από ιούς (ιατρική ή χειρουργική μάσκα).
- συσκευή που τοποθετείται στο πρόσωπο ασθενούς για να του παράσχει π.χ. οξυγόνο
- μάσκα προσώπου ή μαλλιών, δηλαδή κρέμα που καλύπτει για αρκετή ώρα όλο το πρόσωπο ή το τριχωτό με στόχο την ενυδάτωση ή τη σύσφιξη κ.ά.
- το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου, εκεί που τοποθετείται ο αριθμός κυκλοφορίας του, ο μπροστινός προφυλακτήρας και τα φώτα.
- τα πλαϊνά της πλώρης, τα πλευρά της
- αντικείμενο από καουτσούκ με γυαλί και πλαστικό γύρω γύρω απ' αυτό το οποίο χρησιμοποιείται για καταδύσεις.
- mask: οντότητα που χρησιμοποιείται ως πρότυπο (υπόδειγμα) για δημιουργία (με αντιγραφή), μεταβολή και σύγκριση παρόμοιων οντοτήτων
Τύποιμάσκα(singular, nominative) · μάσκες(nominative, plural) · μάσκας(genitive, singular) · μασκών(genitive, plural) · μάσκα(accusative, singular) · μάσκες(accusative, plural) · μάσκα(singular, vocative) · μάσκες(vocative, plural) · μάσκα(feminine) · Μάσκα(feminine) · Μάσκας(masculine) · Maska(transliteration, Latin)