Ετυμολογίαμάτσο < (άμεσο δάνειο) βενετική mazzo
- δέσμη από όμοια, που την πιάνεις με το ένα χέρι
- σωρός ομοίων
“θα ήθελα να είχα ένα μάτσο πεντακοσάρικα”
“Ένα μάτσο γυναίκες υπάρχουνε κι εσύ κάθεσαι και σκας για την Ελένη”
Τύποιμάτσο(singular, nominative) · μάτσα(nominative, plural) · μάτσου(genitive, singular) · μάτσων(genitive, plural) · μάτσο(accusative, singular) · μάτσα(accusative, plural) · μάτσο(singular, vocative) · μάτσα(vocative, plural) · μάτσο(neuter)