ˈme.ɣas
Originμέγας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μέγας
- formalπροσωνυμία: o μεγάλος, για ηγεμόνες ή ιστορικές ή θρησκευτικές προσωπικότητες ή εκκλησιαστικούς όρους ή τίτλους έργων
“ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Μέγας Βασίλειος”
“μέγα απόδειπνον”
“Το Μέγα Ετυμολογικόν Λεξικόν, Ο Μέγας Ανατολικός”
- σε τοπωνύμια
“Μέγα Σπήλαιο (που όμως λέγεται και Μεγάλο Σπήλαιο)”
FormsΜέγας(masculine) · Megas(transliteration, Latin)