Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΕΛΑΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μέλας
μέλας
—
μαύρος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
ˈme.las
Ετυμολογία
μέλας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μέλας
adj
formal
μαύρος
“(σε γεωγραφικές ονομασίες) Μέλας Δρυμός”
name
ανδρικό επώνυμο
Τύποι
μέλαινα
(feminine, neuter)
·
μέλαν
(feminine, neuter)
·
Μέλας
(masculine)
·
Μέλα
(feminine)
·
Melas
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#186 · 22 Δεκεμβρίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις