ˈme.los
Originμέλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μέλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mel- (μέλος, άκρο του σώματος)
- τμήμα του σώματος το οποίο εκτελεί συγκεκριμένη εργασία (πχ. πόδι, χέρι, κεφάλι, δάκτυλο)
- οποιοδήποτε τμήμα οργανισμού ιδιαίτερης λειτουργίας
- ο άνθρωπος που συμμετέχει σε επιτροπή, αποστολή, συμβούλιο, σωματείο κ.λπ.
- κάθε χώρα (κράτος) συνασπισμού χωρών (οικονομικού, θρησκευτικού, εμπορικού, συμμαχικού κ.λπ)
- figurativelyάνθρωπος ο οποίος εντάσσεται σε μια ομάδα ή ένα κοινωνικό σύνολο με συγκεκριμένο σκοπό και δραστηριότητα
- το χορικό ή λυρικό άσμα
- η μελωδία
- συνώνυμο του στοιχείο συνόλου
- μία από τις οντότητες (μεταβλητές, τύποι δεδομένων, συναρτήσεις, κλπ.) που απαρτίζουν μία δομή δεδομένων
- ανδρικό όνομα
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Μέλου)
Formsμέλος(singular, nominative) · μέλη(nominative, plural) · μέλους(genitive, singular) · μελών(genitive, plural) · μέλος(accusative, singular) · μέλη(accusative, plural) · μέλος(singular, vocative) · μέλη(vocative, plural) · μέλος(neuter) · Μέλος(masculine) · Melos(transliteration, Latin)