Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΕΝΟΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μένον
μένον
—
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Λεξικό
Ετυμολογία
Μένον < → λείπει η ετυμολογία
name
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποι
Μένον
(masculine, feminine)
·
Menon
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#509 · 10 Νοεμβρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις