WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μέρες

ουσιαστικό

μέρεςΠληθυντικός του «μέρα»: οι ημέρες, τα 24ωρα ή οι ημερομηνίες σε ένα διάστημα.

Wiktionary →
Daily Puzzle #863 · 30 Οκτωβρίου 2023
·Archive
No comments yet