ˈme.tɾo
Originμέτρο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μέτρον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *meh₁- (μετρώ)
:* για σύγχρονους όρους < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική mesure ή mètre ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική measure
- η βασική μονάδα του μήκους στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων (SI: Système International d'Unités). Ορίζεται ως η απόσταση που διανύει το φως σε 1/299.792.458 του δευτερολέπτου
- ο αριθμός που εκφράζει την ποσότητα ενός φυσικού μεγέθους που μετρήσαμε ή υπολογίσαμε
“το μέτρο της ταχύτητας ισούται με ...”
- το όργανο της μέτρησης μήκους που χρησιμοποιούν κυρίως οι ξυλουργοί και είναι σπαστό
- generalκάθε όργανο μέτρησης μήκους που μπορεί να μετρήσει από ένα μέτρο(1) και πάνω
- το μέτρο είναι μονάδα μέτρησης της απόστασης
- το μέρος μιας μουσικής σύνθεσης που περιέχεται μεταξύ δύο διαστολών (κάθετων προς το πεντάγραμμο γραμμών)
- η αριθμητική έκφραση με τη μορφή κλάσματος που γράφεται στην αρχή ενός κομματιού και μας δίνει την συνολική αξία των φθογγοσήμων που περιέχονται μεταξύ δύο διαστολών.
“το ζεϊμπέκικο ακολουθεί μέτρο 9/8”
- στην ποίηση, ο συνδυασμός τονισμένων - άτονων συλλαβών (για γλώσσες με δυναμικό τονισμό ή μακρόχρονων - βραχύχρονων (για γλώσσες με μελωδικό τονισμό) σε έναν σταθερά επαναλαμβανόμενο ρυθμό
“τα κύρια ποιητικά μέτρα είναι ο τροχαίος, ο ίαμβος (δισύλλαβα) και τρισύλλαβα, ο ανάπαιστος, ο δάκτυλος και ο αμφίβραχυς ή μεσότονος”
- figurativelyενέργεια ή εξαγγελία που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση ενός προβλήματος
“η κυβέρνηση εξήγγειλε νέα μέτρα για την οικονομία”
- figurativelyη μέση κατάσταση μεταξύ έλλειψης και υπερβολής
- figurativelyκατά τη διάσταση ή έκταση
“Ήταν δύσκολη κατάσταση. Ανταποκρίθηκα κατά το μέτρο του δυνατού”
Formsμέτρο(singular, nominative) · μέτρα(nominative, plural) · μέτρου(genitive, singular) · μέτρων(genitive, plural) · μέτρο(accusative, singular) · μέτρα(accusative, plural) · μέτρο(singular, vocative) · μέτρα(vocative, plural) · μέτρο(neuter)