A WORD EXAMINED

μήκος

a portrait in meaning space

μήκοςμία από τις τρεις διαστάσεις (μαζί με το πλάτος και το ύψος), εκείνη που είναι μεγαλύτερη στο οριζόντιο επίπεδο.

Wiktionary →
Sedecordle Board 3 #6 · 16 Απριλίου 2026
·Archive
No comments yet