Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΗΛΕΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μήλες
noun
μήλες
—
Πληθυντικός του «μήλο»: οι καρποί της μηλιάς.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1217 · 18 Οκτωβρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις