WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μήτρα

ουσιαστικό

μήτραΤο όργανο του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος όπου αναπτύσσεται το έμβρυο.

Wiktionary →
Daily Puzzle #1665 · 9 Ιανουαρίου 2026
·Archive
No comments yet