Originμήτρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μήτρα < μήτηρ
:* σημασία «καλούπι» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική matrice
- μυώδες κοίλο όργανο του γεννητικού συστήματος των γυναικών που βρίσκεται στη λεκάνη ανάμεσα στην ουροδόχο κύστη και το ορθό έντερο· στα τοιχώματά της προσκολλάται το γονιμοποιημένο ωάριο και στη συνέχεια στο εσωτερικό της αναπτύσσεται το έμβρυο μέχρι τη γέννησή του.
“※ Στο πρώτο στάδιο του τοκετού διακρίνονται δύο φάσεις, η λανθάνουσα και η ενεργητική. Η λανθάνουσα φάση χαρακτηρίζεται από ήπιες ωδίνες της μήτρας και διαρκεί περίπου έξι ώρες στην πρωτότοκο και τέσσ”
- το καλούπι
“Οι μήτρες των πρώτων χαρτονομισμάτων φυλάσσονται στο μουσείο.”
- figurativelyο χώρος όπου διαμορφώνονται ιδέες, αξίες, πολιτισμοί κ.λπ. που στη συνέχεια διαδίδονται και αποκτούν καθολική ακτινοβολία
“η αρχαία Ελλάδα υπήρξε η μήτρα του πολιτισμού”
Formsμήτρα(singular, nominative) · μήτρες(nominative, plural) · μήτρας(genitive, singular) · μητρών(genitive, plural) · μήτρα(accusative, singular) · μήτρες(accusative, plural) · μήτρα(singular, vocative) · μήτρες(vocative, plural) · μήτρα(feminine) · Μήτρα(invariable, feminine) · Μήτρας(masculine) · Mitra(transliteration, Latin)