Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΙΑΝΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μίανε
μίανε
—
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιαίνω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιαίνω
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μιαίνω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#182 · 18 Δεκεμβρίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις