WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μίνιο

μίνιοκοκκινωπό υλικό, παρασκευασμένο από οξείδια του μολύβδου, σε ρευστή μορφή ή σε σκόνη, που χρησιμοποιείται σαν υπόστρωμα βαφής σε μεταλλικά αντικείμενα για προστασία από τη σκουριά

Wiktionary →
Daily Puzzle #1156 · 18 Αυγούστου 2024
·Archive
No comments yet